ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ "ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ"

Το Σάββατο 17-3-2018, στις 7:00 μ.μ. , το Κοινωνικό Κέντρο «ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΑΛΙΟΡΗΣ» πραγματοποίησε την προβολή της βραβευμένης ταινίας της σκηνοθέτιδας , Γιεσίμ Ουστάογλου με τίτλο , «Περιμένοντας τα σύννεφα». Την αληθινή ιστορία μιας μικρής Ποντίας που επέζησε της γενοκτονίας ζώντας ,όμως, δεκαετίες με άλλο όνομα στην Τουρκία όπου την ανέθρεψε μαζί με την κόρη του ένας Τούρκος αξιωματικός. Όταν πέθανε η θετή αδελφή της, η Αϊσέ παρατηρώντας τα σύννεφα, θυμάται το παρελθόν της και με τη βοήθεια ενός Έλληνα, ύστερα από πενήντα χρόνια ανακαλύπτει την αληθινή της καταγωγή και έρχεται στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει τον αδελφό της. Μετά το καλοσώρισμα του Προέδρου του Κοινωνικού Κέντρου , κου Γιώργου Παραστατίδη, το λόγο είχαν οι κύριοι , Αντώνης Βαρβατσούλιας , Πολιτισμικός Ερευνητής και ο Βασίλειος Μακέδος , Ιστορικός Τέχνης οι οποίοι και ανέλαβαν την επιμέλεια της προβολής. Ο κος Βαρβατσούλιας κατατόπισε τους παρευρισκόμενους , μέσα από έρευνες και αληθινές μαρτυρίες προσφύγων για τα ιστορικά γεγονότα στα οποία βασίστηκε η ταινία. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά : « Πολλά έχουν γραφτεί και πολλά έχουν ειπωθεί για την αναγκαστική μετανάστευση των Ελλήνων της Μ. Ασίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Καραβάνια από Έλληνες , φοβούμενοι τα αντίποινα και τις σφαγές ενός αρχέγονου μίσους εγκαταλείπουν τα πατρογονικά τους εδάφη και παίρνουν τον αβέβαιο όσο και επικίνδυνο δρόμο της προφυγιάς .» Όπως τόνισε σε άλλο σημείο ο κος Βαρβατσούλιας : «Πιο ευάλωτοι ήταν οι ηλικιωμένοι, οι άρρωστοι και φυσικά τα μικρά παιδιά . Πόσες μικρές ψυχούλες δε λύγισαν από τις κακουχίες , δεν πέθαναν από την πείνα ,ή ακόμα και χάθηκαν πάνω στο κυνηγητό και τις σφαγές. Πολλές Τουρκάλες, μανάδες του κόσμου, βλέποντας τον πόνο των παιδιών τα άρπαζαν κρυφά μες στο σκοτάδι ή στο μπούγιο και τα έβαζαν κάτω από τις ποδιές τους για να τα σώσουν από το μαχαίρι. Επίσης πολλοί Χριστιανοί δίνανε τα παιδιά τους σε Μουσουλμάνους για να τα σώσουν. Τι απέγιναν αυτά τα παιδιά ; Δυστυχώς καμιά απάντηση δεν μπορεί να δοθεί» Στη συνέχεια ο κος Μακέδος , αναφέρθηκε στο βιβλίο «ΤΑΜΑΜΑ, η αγνοούμενη του Πόντου», του Γεωργίου Ανδρεάδη στο οποίο βασίστηκε η ταινία. «Μέσα στις σελίδες του» , όπως επισήμανε ο κος Μακέδος «ξετυλίγεται το δράμα του ποντιακού Ελληνισμού από την αρχή ως περίπου τις μέρες μας. Προβάλλεται το μεγαλείο της ανθρωπιάς.»Το βιβλίο τιμήθηκε το 1992 στην Κων/πολη με το βραβείο ΙΠΕΚΤΣΗ και το 2000, ο συγγραφέας βραβεύτηκε για το έργο του από την Ακαδημία Αθηνών. Η ταινία «Περιμένοντας Τα Σύννεφα» τιμήθηκε το 2004 στο Πανευρωπαϊκό Φεστιβάλ Κινηματογράφου με το ειδικό βραβείο της επιτροπής του εθνικού διαγωνιστικού τμήματος. Όπως τονίστηκε σε άλλο σημείο της ομιλίας του κου Μακέδου η ταινία «προβάλλει ένα μέρος της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, ενώ παράλληλα στοχεύει στην ιστορική αποκατάσταση της μνήμης των θυμάτων ως βάση για να ξεπεραστούν οι διαχωριστικές γραμμές». Ξεχωριστή για όλους ήταν η συγκινητική αφήγηση αποσπασμάτων του βιβλίου «ΤΑΜΑΜΑ» από τη Βικτώρια ΧροΪδου, μέλους του Κοινωνικού Κέντρου που στο πρόσωπό της ζωντάνεψαν όλα εκείνα τα παιδιά που κακοπάθησαν εξαιτίας του πολέμου . Την αφήγηση «έντυσε» ο σκοπός της ποντιακής λύρας, του κεμεντζέ, του εξαιρετικού μουσικού Τάσου Πετρόπουλου. Η εκδήλωσή μας ολοκληρώθηκε με την προβολή της ταινίας « Περιμένοντας τα σύννεφα» που συνεπήρε , πραγματικά το κοινό σε ένα ταξίδι νοσταλγικό και συγκινητικό. Σε ένα ταξίδι σε κάποιο άγνωστο κομμάτι της ιστορίας μας , που άξιζε να μάθουμε . Η θερμή ανταπόκριση του κοινού στο κάλεσμά μας αποτελεί για όλους μας ιδιαίτερη χαρά και τιμή , αλλά ταυτόχρονα μας δημιουργεί την ευθύνη για τη διοργάνωση εξίσου ποιοτικών εκδηλώσεων στο μέλλον.

Ολόκληρη η εισήγηση του κου Βασίλειου Μακέδου:

 

         Ταμάμα: η αγνοούμενη του Πόντου

 

Καλησπέρα και από εμένα, χαίρομαι πάρα πολύ που βρισκόμαστε όλοι σήμερα εδώ για να απολαύσουμε την ταινία «Περιμένοντας τα σύννεφα» και να αποτίσουμε φόρο τιμής στους ανθρώπους που φορτώθηκαν στην πλάτη τους έναν ολόκληρο ξεριζωμό, μια ολόκληρη γενοκτονία.

 

Η ταινία της σκηνοθέτιδας Γεσίμ Ουστάογλου «Περιμένοντας τα σύννεφα» έχει ως θέμα την πολιτική καταπίεση του πρόσφατου παρελθόντος στην Τουρκία και τις συνέπειες του διωγμού των Ελλήνων του Πόντου. Η ταινία είναι βασισμένη στο βιβλίο του Γεώργιου Ανδρεάδη «Ταμάμα: η αγνοούμενη του Πόντου».

 

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ξετυλίγεται το δράμα του ποντιακού Ελληνισμού από την αρχή έως περίπου τις ημέρες μας. Δεν είναι όμως μόνο αυτό, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου προβάλλεται το μεγαλείο της ανθρωπιάς, το μεγαλείο των ανθρώπων εκείνων (που έστω και λίγοι) διαθέτουν το χαρακτηριστικό αυτό της ανθρωπιάς. «Ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος η» δηλαδή σε ελεύθερη μετάφραση «τι ωραία που είναι όταν ο άνθρωπος είναι άνθρωπος» θα μας τονίσει ο Μένανδρος.

 

Πράγματι, μέσα από την ιστορία που μας διηγείται ο Ανδρεάδης, μια αληθινή ιστορία του τέλους της οποίας υπήρξε μάλιστα και αυτόπτης μάρτυρας, ξεδιπλώνεται η δύναμη του ανθρώπου και της ανθρωπιάς. Παρακολουθούμε μέσα από τα δράμα του ξεριζωμού μιας οικογένειας του χωριού Εσπιέ τα βάσανα του Ποντιακού Ελληνισμού, τους εκτοπισμούς, τις ταλαιπωρίες, τα τάγματα εργασίας. Η μικρή Ταμάμα, κόρη του ιερέα της Εσπιέ, του Παπαναστάση τη Κοντραρων, βρίσκεται μέσα σε αυτή τη δίνη μόλις στα 10 χρόνια της. Αφού χάσει τους γονείς και τα 4 από τα 7 αδέλφια της μόνη κουρελιασμένη τριγυρίζει σε διάφορες πόλεις του πόντου. Για καλή της τύχη την υιοθετεί μια οικογένεια Τούρκων και τη μεγαλώνει σα δικό της παιδί. Μετά τον θάνατο των θετών γονιών της η Αϊσέ πια ζει με τν αδελφή της Ραϊφέ η οποία και είναι η μόνη που γνωρίζει το μυστικό πως η Αϊσέ είναι Ελληνίδα υιοθετημένη. Το μυστικό φανερώνεται χρόνια μετά όταν η 70χρονη Αϊσέ μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο αρχίζει και λέει πράγματα ακαταλαβίστικα για τους οικείους της. Η αδελφή της όμως καταλαβαίνει: η Αϊσέ δε λέει ακαταλαβίστικα πράγματα απλά μιλά τη γλώσσα που έμαθε πρώτα, μιλά ποντιακά. Δίχως το βάρος του μυστικού αρχίζει μια αναζήτηση να βρεθούν τα αδέλφια της που ζουν πια στην Ελλάδα. Πράγματι καιρό μετά βρίσκει τις εναπομείναντες δυο αδελφές της και από κοινού προσπαθούν να επουλώσουν τα τραύματα της προσφυγιάς και του χωρισμού.

 

Ο συγγραφέας του βιβλίου ο Ανδρεάδης όντας παρών στην πρώτη συνάντηση των αδελφών λέει ότι

Νομίζω στην ζωή μου μέχρι σήμερα, δεν έχω ζήσει τόση έντονη συγκίνηση, σαν αυτή, που έζησα στην Άγκuρα, την

ημέρα εκείνη του Σεπτέμβρη, του 1972. Την ημέρα εκείνη που συναντήθηκαν 50 χρόνια χωρισμού.

 

Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά Πόντιος Πρόσφυγας και εκείνος γεννήθηκε όπως λέει στις παράγκες της Καλαμαριάς, το 1936. Φοίτησε στο Κολέγιο ΑΝΑΤΟΛΙΑ, με


υποτροφία και μετά σπούδασε Πολιτική Οικονομία, στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, στη Γερμανία. Ασχολούμενος με τα εθνικά θέματα, έχει επισκεφθεί τον Πόντο, δεκάδες φορές, από το 1960 μέχρι το 1998 και έχει δημοσιεύσει πολλά βιβλία μέχρι τώρα, σχετικά με το χώρο εκείνο, πολλά από τα οποία κυκλοφόρησαν και στην αγγλική, γερμανική, ρωσική, τουρκική και κουρδική γλώσσα.

 

Το βιβλίο του ΤΑΜΑΜΑ, βραβεύτηκε το 1992 στην Κωνσταντινούπολη, με το βραβείο ΙΠΕΚΤΣΗ, αλλά και απελάθηκε ο ίδιος από την Τουρκία, στις 5 Δεκεμβρίου 1998 και του απαγορεύτηκε η είσοδος στη χώρα, εξαιτίας όπως έλεγε το σχετικό έγγραφο της κακής επιρροής, που επέφεραν τα βιβλία του, σε τουρκική έκδοση, στο χώρο της διανόησης και της νεολαίας.

 

Το Δεκέμβριο του 2000, η Ακαδημία Αθηνών, βράβευσε τον Γεώργιο Ανδρεάδη, δια χειρός του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κωστή Στεφανόπουλου, δια το συγγραφικό του έργο, αλλά και δια την αφύπνιση των εναπομεινάντων εξισλαμισθέντων Ποντίων της Μαύρης Θάλασσας.

 

Το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε επτά γλώσσες αλλά και στην ποντιακή διάλεκτο. Στις 26 Απριλίου 2003, ο εκδοτικός οίκος ΕΛΝΤΟΡΑΝΤΟ, παρουσίασε στην αίθουσα τελετών του πολυτεχνείου, στο Εριβάν της Αρμενίας, την αρμενική έκδοση του έργου ΤΑΜΑΜΑ και λίγους μήνες μετά στην Σαγκάη, της Κίνας, την κινεζική έκδοση. Η διακίνηση του βιβλίου στην Ελλάδα ξεκίνησε στις 13 Αυγούστου 2004, με την έναρξη των Oλυμπιακών Αγώνων. Η πολυεθνική κινηματογραφική εταιρεία SILKROAD FILM PRODUCTION, με έδρα το Παρίσι, ανέλαβε τη μεταφορά σεναρίου, που βασίζεται στο έργο ΤΑΜΑΜΑ, στον κινηματογράφο με το έργο φέρει τον τίτλο «ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ».

 

Στην Ταμάμα λοιπόν βασίστηκε η κινηματογραφική ταινία «Περιμένοντας τα Σύννεφα», η οποία σκηνοθετήθηκε από τη γεννημένη στην Τραπεζούντα Γεσίμ Ουστάουγλου, σε συνεργασία με τον Πέτρο Μάρκαρη.

Η Γεσίμ Ουστάουγλου, ανήκει στη μεγάλη ομάδα τούρκων πολιτών που μάχονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τουρκία, τόσο στη γειτονική χώρα, όσο και στο εξωτερικό και έχει βραβευθεί ως καλύτερη ευρωπαϊκή παραγωγή το 1999 από το Φεστιβάλ του Βερολίνου για την ταινία της «Ένα ταξίδι στον ήλιο».

 

Γεννήθηκε το 1960 στο Σαρικαμίς της ανατολικής Τουρκίας και μεγάλωσε στην Τραπεζούντα. Σπούδασε αρχιτεκτονική στην Κωνσταντινούπολη, εργάστηκε ως αρχιτέκτονας, κατόπιν ως δημοσιογράφος και σε διάφορα τηλεοπτικά εργαστήρια.

 

Μετά από διάφορες βραβευμένες μικρού μήκους ταινίες η Ουστάογλου γύρισε το 1994 την πρώτη της μεγάλου μήκους κινηματογραφική ταινία («The Trace»), η οποία παρουσιάστηκε σε πολυάριθμα διεθνή φεστιβάλ ταινιών, μεταξύ άλλων στη Μόσχα και στο Γκέτεμποργκ.

Διεθνή αναγνώριση απέκτησε με την ταινία «Journey to the Sun» (1999), η οποία μεταξύ άλλων πήρε και το βραβείο «Γαλάζιος Άγγελος» για την καλύτερη ευρωπαϊκή ταινία στο


Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου (Μπερλινάλε). Το 2004 ακολούθησε η ταινία

«Waiting for the Clouds», η οποία επίσης πήρε διάφορα βραβεία.

Περιμένοντας τα Σύννεφα (πρωτότυπος τίτλος στα τουρκικά Bulutlari beklerken, στα αγγλικά Waiting for the Clouds) είναι ο τίτλος της ταινίας, παραγωγή του 2004. Το έργο αλλάζει κάπως την αληθινή ιστορία της μικρής Ποντίας και την παρουσιάζει να επέζησε της γενοκτονίας ζώντας όμως δεκαετίες με άλλο όνομα στην Τουρκία και την ανέθρεψε μαζί με την κόρη του ένας Τούρκος αξιωματικός. Όταν πεθαίνει η θετή αδελφή της, αναπολώντας τα σύννεφα θυμάται το παρελθόν της και με τη βοήθεια ενός Έλληνα που επισκέφθηκε το χωριό της, ύστερα από πενήντα χρόνια ανακαλύπτει την αληθινή της καταγωγή και έρχεται στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει τον αδελφό της.

 

Το έργο εγκρίθηκε στον αντίστοιχο διαγωνισμό ευρωπαϊκού κινηματογράφου, χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει την εξής πρωτοτυπία: H Ουστάογλου επέλεξε ηθοποιούς με κριτήριο να αισθάνονται την ιστορία και να έχουν ένα παρόμοιο παρελθόν με τους χαρακτήρες του σεναρίου. Έτσι οι περισσότεροι είναι ερασιτέχνες και όχι επαγγελματίες ηθοποιοί παίζουν Τούρκοι, Έλληνες, Πόντιοι που ζουν στην Ελλάδα και Ποντιόφωνοι μουσουλμάνοι και οι διάλογοί τους παραμένουν όπως είναι πρωτότυποι. Σε κάθε χώρα, όπως και στην Ελλάδα, ο θεατής θα παρακολουθεί την ποικιλία αυτών των διαλόγων με υπότιτλους στη γλώσσα της χώρας προβολής.

 

Το έργο συμμετείχε στο 23ο Πανευρωπαϊκό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κωνσταντινούπολης (Απρίλιος 2004), όπου τιμήθηκε με το ειδικό βραβείο της επιτροπής του εθνικού διαγωνιστικού τμήματος, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο Μόντρεαλ (Αύγουστος 2004), στο Φεστιβάλ της Κορέας (Οκτώβριος 2004), στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης με τρεις προβολές (Νοέμβριος 2004), του Νέου Δελχί (Νοέμβριος 2005), του Βερολίνου (Φεβρουάριος 2005), ενώ έχει προβληθεί στην Άγκυρα, στη Σμύρνη και την Τραπεζούντα!

 

Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στη Ριζούντα και την Τρίπολη του Πόντου, στα Πριγκηπόνησα, στην πλατεία Αριστοτέλους της Θεσσαλονίκης, στο Επταπύργιο, στα χωριά της Δράμας, Μαρμαριά, Νικηφόρος και Υψηλή Ράχη καθώς και στην Καβάλα, στην παλιά πόλη και στο Υδραγωγείο.. Στην ιστορική και φωτογραφική ενίσχυση του έργου συνέβαλλαν ο Δήμος Καλαμαριάς και το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού καθώς και ο καθηγητής Κώστας Φωτιάδης.

 

Μέσα από το έργο και τα πραγματικά γεγονότα που έχει καταγράψει, προβάλλεται ένα μέρος της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και στοχεύει στην ιστορική αποκατάσταση της μνήμης των θυμάτων, ως βάση για να ξεπεραστούν οι διαχωριστικές γραμμές.

 

Έχω την εντύπωση ότι δεν υπάρχει καλύτερη κατάληξη για αυτά τα λίγα λόγια που είπα για το βιβλίο «Ταμάμα» και την ταινία «Περιμένοντας τα σύννεφα» από τον επίλογο του ίδιου του Ανδρεάδη στο βιβλίο του:

Γνωρίζοντας, ότι ο πόλεμος μόνον κακός μπορεί να είναι, στο έργο αυτό, με την πραγματική ιστορία της

Ταμάμας, θέλησα να τονίσω την ανθρωπιά, την ανθρωπιά εκείνων, που παρ' όλη την λαίλαπα, μπόρεσαν και έμειναν άνθρωποι.


Εύκολο είναι να είσαι ανθρωπιστής, σε περίοδο ειρήνης και γαλήνης. Κάτω από την πίεση του πολέμου όμως, το να παραμένεις άνθρωπος, αυτό σημαίνει, ότι είσαι δύο φορές άνθρωπος ή ότι είσαι υπεράνθρωπος.

 

H ομιλία του κου Αντώνη Βαρβατσούλια :

Το προσφυγικό ζήτημα…

Μετά το τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας και στις εκλογές του Δεκεμβρίου 1923, σχηματίζεται κυβέρνηση Φιλελευθέρων και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου ανακηρύσσει τη δημοκρατία. Η συνθήκη της Λωζάνης (11 Ιουλίου 1923) κλείνει οριστικά την τραγωδία και επικυρώνει την οδύσσεια της άφιξης των προσφύγων εξαιτίας της ανταλλαγής των πληθυσμών, που είχε αρχίσει το Σύμφωνο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας της 30ής Ιανουαρίου 1923, και τις δυσκολίες της εγκατάστασης και κοινωνικής ένταξης στο σώμα της Ελλάδας.

Το Ελληνικό κράτος εξαιτίας της Μικρασιατικής εκστρατείας είναι εξαντλημένο οικονομικά και είναι υποχρεωμένο να θρέψει, να στεγάσει, να περιθάλψει και να εντάξει κοινωνικά 1.500.000 Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Πολλά έχουν γραφτεί και πολλά έχουν ειπωθεί για την αναγκαστική μετανάστευση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας στις αρχές του 20ού αιώνα (1911-1922). Πολύ περισσότερα αναφέρθηκαν μελλοντικά, όπως οι δραματικές ιστορίες των ατόμων αυτών που υπέστησαν τις κακουχίες και τις δυσκολίες της επιβίωσης που φέρνει η προσφυγιά.

Ο ελληνικός πληθυσμός, που γλίτωσε από τις σφαγές και τους μηχανισμούς εξόντωσης που εμπνεύστηκε ο τουρκικός εθνικισμός και πήρε τον δρόμο για την Ελλάδα. Το ίδιο και όλοι σχεδόν οι Τούρκοι που ζούσαν έως τότε στη χώρα μας αναχώρησαν για τη υποτιθέμενη μητρόπολή τους.

Την ανταλλαγή αυτή των πληθυσμών όριζε η Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία όμως είχε μία μεγάλη παράλειψη: η μόνη προϋπόθεση που έκρινε το ανταλλάξιμο των πληθυσμών ήταν η θρησκεία. Κανένα άλλο κριτήριο δεν ελήφθη υπόψη, περιφρονώντας έτσι καταγωγή, γλώσσα, ήθη-έθιμα, πολιτισμός, λαϊκό αίσθημα, δηλαδή όλα εκείνα τα ειδοποιά γνωρίσματα που μαζί με τη θρησκεία συνιστούν την έννοια του έθνους.

Ενδεικτικές της κατάστασης που επικρατούσε είναι και οι μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τον ξεριζωμό.

Η 92άχρονη (το 1987) Κατίνα Βασιλειάδου θυμάται:

«Γέμισε η παραλία με κόσμο. Μια γυναίκα που ήταν έγκυος έπεσε στην πλατφόρμα και περνούσαν από πάνω της! Το βγάλανε το παιδί, αυτή όμως πέθανε. Με είχε εμένα η μητέρα στην αγκαλιά και καθόταν στην πλατφόρμα άκρη-άκρη εκεί στη θάλασσα, κι έλεγε αν έρθουν να μας σφάξουν, να πέσει με το παιδί της στη θάλασσα. Ο δε αδερφούλης μου, ο Ζαχαρίας, άφαντος! Πού να πάει η μητέρα μέσα στον πανζουρλισμό να ψάχνει το παιδί! Κάποια στιγμή ήρθε και τη βρήκε.«Βρε, που ήσουνα;» «Πήγα να κολυμπήσω!». Πήγε να κολυμπήσει στη θάλασσα! Το βάζει το μυαλό σου;…»

Η Ευαγγελία Κονσολίδου θυμάται.

Η υποχώρηση του Ελληνικού στρατού βρήκε την μητέρα τους, Αναστασία Κονσολίδου, μόνη να προσπαθεί να επιβιώσει, μαζί με τις πέντε κόρες της και την μητέρα της «Νενέ» (στα Τούρκικα η γιαγιά). Ο σύζυγός της είχε ήδη αποβιώσει.

Η μητέρα της ετοίμασε τα λιγοστά πράγματά της, οι συνθήκες δεν επέτρεπαν και την μεταφορά μεγάλων αντικειμένων , λίγα ρούχα, λίγο φαγητό, κρύο κοτόπουλο σε μια « καλαθούνα», και ότι τιμαλφή και χρήματα κριμένα μαζί με το φαγητό στην «καλαθούνα». Και το σπίτι? Τι να κάνει με το σπίτι? Σε ποιόν ν’ αφήσει τα κλειδιά του σπιτιού? Ίσως να ξαναγύρναγαν, ποιος να ξέρει? Η Αναστασία πείρε την Ευαγγελία στην αγκαλιά και πήγε να βρει τον Ατίφ τον Τούρκο κλητήρα του Δημαρχείου που της έφερνε το ενοίκιο κάθε μήνα. -Πάρε τα κλειδιά του σπιτιού μου Ατίφ ελπίζω να επιστρέψουμε όταν όλα ησυχάσουν.

Η Αναστασία Κονσολίδου, κρατώντας στην αγκαλιά της την μικρή Ευαγγελία και, με την συνοδεία των άλλων δύο κοριτσιών και της μητέρας της, ακολούθησε το Κομβόι πεζή.

Η «Νενέ» κατάφερε να ακολουθήσει επάνω σε έναν «αραμπά» (καρότσι με άλογο ή μουλάρι)   Η Δωροθέα, είχε φύγει με τον Θείο της, αδελφό της Αναστασίας, Γιώργο Γρηγοριάδη και την γυναίκα του Βασιλεία για την Σμύρνη. Από εκεί θα φρόντιζαν να περάσουν, όσο πιο ασφαλώς μπορούσαν στην Ελλάδα. (Βλέπε πιο κάτω)

Το κομβόι προχώρησε μέσα από το Σόμα, το Κινίκι καί την Πέργαμο μία περιοχή που ήταν γεμάτη από ζωή και Έλληνες που τώρα έτρεχαν με πανικό να σωθούν ακολουθώντας τον Ελληνικό Στρατό που και αυτός αντιμετώπιζε συνεχείς επιθέσεις από τους Τσέτες.

Σαρούλα Σκύφτη από το Ερίκιοϊ

Όλος ο κόσμος είχε βγει στο δρόμο∙ ο δρόμος ήταν γεμάτος. Αν δεν φεύγαμε, θα μας πετσόκοβαν. Όπως περπατούσαμε, ένας γνωστός μας Τούρκος πήγαινε με το κάρο του στη Μαγνησιά και μας λέει: «Μπείτε στο κάρο!». Ήμασταν δυο ξαδερφάδες, η μάνα μου κι εγώ. Γειτόνοι ήμασταν, τ’ αμπέλια μας ήτανε κοντά. Ήταν πολύ φοβισμένος κι ήρθε κοντά μου και μού ’πε: “Να χαρείς, Σαρούλα, πες μου τι συμβαίνει; Γιατί είν’ όλος ο κόσμος στο δρόμο;”. Τότες του είπα: “Παππού-Μεμέτ, αυτό που ξέρω θα σου πω, έρχεται πολύς στρατός στο χωριό μας και γι’ αυτό φεύγουμε”. Τότες αναστέναξε κι είπε: “Βάι, τι θα γίνουμε!”.

Δέσποινα Τσαλίκογλου από την Σκοπή.

«Πριν φύγομε στρώσαμε ένα μεγάλο τραπέζι το πρωί, για να φάμε όλοι μαζί οι συγγενικές οικογένειες που απομείναμε. Οι χανούμισσες μας χαιρετούσαν κλαίγοντας. Μετά πήγα με τον αδερφό μου στο αμπέλι μου κι ήπιαμε για τελευταία φορά νερό. Εγώ έκλαιγα και ο αδερφός μου μού είπε να μην στεναχωριέμαι γιατί κι εκεί που θα πάμε κάτι θα βρούμε. Ακόμη θυμάμαι το αμπέλι μου, δίπλα στα χωράφια μου και τον κήπο. Ήταν τόσο καθαρά! Σαν σκουπισμένα. Όποιος περνούσε απ’ το δρόμο στεκόταν και το καμάρωνε. Αφήσαμε το τραπέζι μας όπως ήταν μετά το φαγητό για να φύγουμε. Τι να κάνομε; Να τα παίρναμε μαζί μας; Είχαμε ένα άλογο κι ένα σκυλάκι – Καρσί Καγιά το λέγαμε. Ο αδερφός μου σκέφτηκε να τα δώσει σε έναν Τούρκο. Τι να κάνομε; Να τα πουλούσαμε; Ποιος να τ’ αγοράσει; Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να φύγομε, δίνει τα ζώα στον Τούρκο και ξεκινάμε. Πιστεύεις, παιδί μου, πως τα μάτια του αλόγου έτρεχαν; Σαν άνθρωπος έκανε, έτρεχε πίσω από τον αδερφό μου, και το σκυλί μας. Τρεις άντρες συγκράτησαν το ζώο να μη μας ακολουθήσει».

Είναι δεδομένο πως χριστιανοί και μουσουλμάνοι ζούσαν ειρηνικά και αρμονικά στις περιοχές της Μικράς Ασίας για πάρα πολλά χρόνια όπως ζούμε κι εμείς σήμερα.

Η καταγωγή των λαών της Μικράς Ασίας ήτανε βασικά από τους αρχαιότατους λαούς που κατοικούσανε σ’ αυτήν την χώρα. Βιθυνοί, Γαλάτες, Χιττίτες, Λύδοι, Κάρες, Ίωνες, Μυδοί, Κίλικες, Καππαδόκες, Λυκάονες, Πόντιοι, αυτοί ήτανε οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας τα παλαιά χρόνια.

Θα είχε κάθε λαός απ’ αυτούς τη γλώσσα του και την τοπική θρησκεία του. Δεχτήκανε την επίδραση του ελληνισμού από τα Ελληνιστικά κράτη των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και από τις Ελληνικές αποικίες των παραλίων της Μικράς Ασίας, οι οποίες ήτανε εμπορικές χωρίς να επεκτείνονται οι επικράτειές τους στο εσωτερικό της χώρας.

Η διαφορετικότητα της θρησκείας του καθενός ανάβλυζε μια αποδοχή και ένα σέβας πού πήγαζε μέσα από την αγάπη τους για τον τόπο τους και την προκοπή.

Ένας ήλιος, μια γη, ένας κόπος, μια χαρά, μια λύπη για όλους που τίποτα δεν τους χώριζε αλλά πολλά τους ένωναν και περισσότερο η αγωνία και η ανάγκη για επιβίωση. Σκληρές εποχές με πείνα και στέρηση, αλλά αγάπη πολύ αγάπη.

Ο Μεχμέτ κι ο Δημήτρης μεγάλωναν μαζί, μπαινόβγαιναν στα ίδια σπίτια και μοιράζονταν την ίδια βρεγμένη φέτα ψωμί με ζάχαρη της κυρά Αϊσέ και της κυρά Μαρίας.

Από την Τραπεζούντα ως την Ηράκλεια και από την Σινώπη μέχρι την Μερσίνα η αποδοχή της πολιπολιτισμικότητας λειτουργούσε για πάρα πολλά χρόνια αναδεικνύοντας το σεβασμό και την καλή γειτονία.

Καραβάνια λοιπόν οι Έλληνες, φοβούμενοι τα αντίποινα και τις σφαγές ενός αρχέγονου μίσους εγκαταλείπουν τα πατρογονικά τους εδάφη και παίρνουν τον αβέβαιο όσο και επικίνδυνο δρόμο της προσφυγιάς.

Πρέπει να διασχίσουν χιλιάδες χιλιόμετρα μέσα από βουνά, ερήμους , να νικήσουν τον φόβο, την πείνα και την εξαθλίωση.

Μαζεύοντας τα λιγοστά υπάρχοντα τους ξεκινάνε το ταξίδι με μοναδικό σκοπό την επιβίωση αυτών και των οικογενειών τους.

Πιο ευάλωτοι είναι οι ηλικιωμένοι , οι άρρωστοι και φυσικά τα μικρά παιδιά, όπου πολλοί απ αυτούς δεν θα φτάσουν ποτέ στον προορισμό τους.

Πόσες από αυτές τις μικρές ψυχούλες δεν λύγισαν από τις κακουχίες, δεν πέθαναν από τη δίψα και την πείνα, ή ακόμα και χάθηκαν πάνω στο κυνηγητό και τις σφαγές.

Παιδάκια με αρχηγό το μεγαλύτερο μετακινιόντουσαν σαν ομάδες ψάχνοντας για τροφή και νερό μέχρις ότου φτάσουν σε ασφαλές περιοχές ή μέχρι να λυγίσουν.

Πολλές Τουρκάλες, μανάδες του κόσμου, βλέποντας τον πόνο των παιδιών τ’ άρπαζαν κρυφά μες το σκοτάδι ή μες το μπούγιο και τα΄βαζαν κάτω από τις ποδιές τους για να τα σώσουν από το μαχαίρι.

Πολλοί επίσης χριστιανοί ξέροντας πως δεν θα τα καταφέρουν παίρναν τα παιδιά τους απ’ το χέρι και τα δίνανε σε μουσουλμάνους γείτονες για να τα σώσουν, προσμένοντας πως κάποια στιγμή ίσως και να γυρίσουν πίσω να τα πάρουν.

Οι καλοί γείτονες φρόντιζαν και μεγάλωναν τα παιδιά σαν δικά τους. Τα έδιναν Τούρκικα ονόματα και τα μεγάλωναν σαν καλούς μουσουλμάνους ξέροντας πως κάποτε θα πρέπει να τους πουν την αλήθεια.

Εύλογο λοιπόν είναι το ερώτημα τι απέγιναν αυτά τα παιδιά που παρέμειναν στην Τουρκία; Διατήρησαν την κρυφή χριστιανική πίστη τους; Έμαθαν την ελληνική γλώσσα; Κι ακόμη, τι δρόμο ακολούθησαν οι Ελληνίδες που παντρεύτηκαν με τη βία ή αυτοβούλως Τούρκους; Πώς ανέθρεψαν τα παιδιά τους; Κατά πόσο διατηρήθηκαν ζωντανά τα βιώματα της χριστιανικής αγωγής στα ελληνόπουλα που δεν μπόρεσαν να φύγουν και μεγάλωσαν σε τουρκικές οικογένειες;

Δυστυχώς καμία επίσημη απάντηση δεν μπορεί να δοθεί. Η Τουρκία εξακολουθεί να μη σέβεται τις θρησκευτικές και εθνικές ιδιαιτερότητες των υπηκόων της. Δεν θα ακούσουμε ποτέ ανοιχτή ομολογία από κρυπτοχριστιανούς ούτε κανείς θα δηλώσει ποτέ στις τουρκικές αρχές τα δύο ονόματά τους, το τουρκικό και το ελληνικό. Αμέτρητες όμως είναι οι μαρτυρίες που φανερώνουν πως ο ελληνισμός ζει, ιδίως στον Πόντο, με μια μορφή τόσο ιδιότυπη και γοητευτική.

Ο Κώστας Φωτιάδης (ιστορικός και λέκτορας της Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ.), που έχει εντρυφήσει πάνω στο θέμα αυτό, γράφει πως συνάντησε στη Γερμανία Τούρκους μετανάστες από την περιοχή του Όφεως, που μιλούσαν άπταιστα την ποντιακή διάλεκτο, την αρχαιότερη σωζόμενη μορφή της ελληνικής γλώσσας. Οι Τούρκοι εργάτες τον πληροφόρησαν πως τα ποντιακά έθιμα διατηρούνται ακόμη και πως υπάρχουν πολλά ελληνικά επώνυμα με τουρκικές καταλήξεις (Αντώνογλου, Φώτογλου, Παπάζογλου κ.ά.). Ένας από τους Τούρκους εκείνους σαν κορωνίδα του είπε καταλήγοντας στα ποντιακά: «Εμείς απ’ εσάς είμαστε»!

Τι να εννοούσε άραγε? Μήπως ήταν κι αυτός ένα από αυτά τα χαμένα παιδιά?